Ανυποχώρητος ο Ιερώνυμος, Ανοίγει τους Ασκούς του Αιόλου με Επιστολή στον Τσίπρα

0
284

ieronimosΕπιστολή προς τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα και τους προέδρους των κοινοβουλευτικών ομάδων απέστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος σχετικά με το μάθημα των Θρησκευτικών.

Το αρχιεπισκοπικό γράμμα εδράζεται σε δύο σκέλη: Στο πρώτο ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος εκφράζει τη δυσφορία του για τις δηλώσεις του Νίκου Φίλη για τον ρόλο της Εκκλησίας, ενώ στο δεύτερο σκέλος αναλύει το νέο Πρόγραμμα Σπουδών των Θρησκευτικών.

Όπως εξηγεί ο Αρχιεπίσκοπος, η επιστολή προέκυψε από την επισκόπηση του εκπαιδευτικού υλικού και των οδηγιών προς τους δασκάλους και θεολόγους καθηγητές, που διατίθενται από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής βάσει των νέων Προγραμμάτων Σπουδών για το μάθημα των Θρησκευτικών.

Σύμφωνα με τον κ. Ιερώνυμο, «το συμπέρασμα είναι ότι το μάθημα των Θρησκευτικών τώρα πλέον έγινε “κατηχητικό” μετά τις Υπουργικές Αποφάσεις της 13.9.2016, διότι προσπαθεί, με σαφή πολιτικά κριτήρια, να κατηχήσει και να στρατεύσει τους μαθητές σε μια εκκοσμικευμένη στάση απέναντι στο θρησκευτικό φαινόμενο. Παράλληλα συντηρεί μια θεολογικά ρηχή προσέγγιση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εκμηδενίζοντας την ιδιαιτερότητα του ορθόδοξου δόγματος και της χριστιανικής παράδοσης, αφού τα καταβιβάζει και τα μελετά στο επίπεδο του απλού κοινωνικού ή φιλοσοφικού κινήματος, όπως ο τροσκισμός ή η οικολογική κίνηση».

Μεταξύ άλλων, ο Αρχιεπίσκοπος θέτει στην επιστολή του δύο απλά, πλην όμως εύλογα, ερωτήματα. 1ον: «Άραγε στην δημοκρατική μας πατρίδα έχει χώρο η λουδοβίκεια άποψη ότι Πολιτεία είναι μόνο ο Υπουργός;». Και 2ον: Δεδομένου ότι ο υπουργός έφερε προς ψήφιση στη Βουλή διάταξη με την οποία «έδωσε το δικαίωμα στους Έλληνες Ισραηλίτες και Ρωμαιοκαθολικούς συμπολίτες μας, ώστε να διδάσκονται τα παιδιά τους την θρησκευτική τους πίστη με εκπαιδευτικό του δόγματός τους και της επιλογής τους», γιατί «το Υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να στερήσει το δικαίωμα ανάλογης θρησκευτικής εκπαίδευσης στα παιδιά των ορθόδοξων χριστιανικών οικογενειών της χώρας μας;».

Ας αναλογισθούμε τα ερωτήματα αυτά πέρα από κάθε ιδεολογική και προσωπική τοποθέτηση επί της σπουδαιότητας του μαθήματος των Θρησκευτικών και θα επανέλθουμε με νεότερα από το μέτωπο αυτής της πρωτοφανούς διαμάχης μεταξύ Εκκλησίας – εκπροσώπων του κράτους.

 

Ακολουθεί το περιεχόμενο της επιστολής του Αρχιεπισκόπου (πρώτο μέρος).

 

Αθήνα, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Αξιότιμε Κύριε Πρόεδρε,

Η παρούσα επιστολή προέκυψε από την επισκόπηση του εκπαιδευτικού υλικού και των οδηγιών προς τους δασκάλους και θεολόγους καθηγητές, που διατίθενται από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) βάσει των νέων Προγραμμάτων Σπουδών (Π.Σ.) για το μάθημα των Θρησκευτικών. Φυσικά απόκειται στον εκπαιδευτικό η ειδικότερη χρήση των κειμένων και μουσικών έργων της διδακτέας ύλης, που δεν αποτελούν σχολικά βιβλία. Ωστόσο το δημοσιευμένο, πλέον, υλικό μετουσιώνει σε πρακτική μορφή σε ποιο μαθησιακό αποτέλεσμα αποβλέπουν τα νέα Π.Σ. και παρουσιάζει με απτό τρόπο τον χαρακτήρα και τους σκοπούς του νέου μαθήματος. Η δημοσίευση του παραπάνω υλικού επιτρέπει και επιβάλλει να εκφράσω τις πρόδηλες απορίες και αντιρρήσεις, που δημιουργούνται από την μελέτη του, σε συνδυασμό και με τις θέσεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας σχετικώς προς το μάθημα.

Εν πρώτοις οφείλω να επαναλάβω το αυτονόητο, για ποιο λόγο είμεθα συνομιλητές της Πολιτείας. Μέχρι σήμερα η δημόσια επιχειρηματολογία του κ. Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κατέληγε διαρκώς με την επωδό ότι «η Πολιτεία αποφασίζει», σαφώς υπονοώντας ότι η Εκκλησία επιθυμεί να ποδηγετήσει στην Πολιτεία. Άραγε στην δημοκρατική μας πατρίδα έχει χώρο η λουδοβίκεια άποψη ότι Πολιτεία είναι μόνο ο Υπουργός; Το ότι επαναλαμβάνεται διαρκώς ότι άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος έχει χαρακτήρα αριθμητικής διαπιστώσεως, όταν γίνεται λόγος για επικρατούσα θρησκεία, είναι κάτι ασήμαντο για την λήψη πολιτικών αποφάσεων σε μία δημοκρατία, εφ’ όσον πρόκειται για ζητήματα θρησκευτικής εκπαιδεύσεως; Η Εκκλησία της Ελλάδος, στον τομέα της θρησκευτικής αποστολής Της, δεν εκπροσωπεί την θρησκευτική πλειοψηφία των κατοίκων αυτής της χώρας; Απευθυνόμαστε λοιπόν στην πολιτική ηγεσία της Πατρίδας ως μια κοινωνική ομάδα, ενότητα Κλήρου και Λαού, επί ενός ζητήματος θρησκευτικής αγωγής που μας αφορά.

Δεύτερον, όλο αυτό το διάστημα η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου εμφανιζόταν να επιχειρηματολογεί απέναντι σε αιτήματα, που ουδέποτε προέβαλε η Εκκλησία προκειμένου να προσπεράσει τις επιφυλάξεις μας ως φανατικές, παλαιολιθικές ή αντιδημοκρατικές. Ουδέποτε ισχυρίσθηκε η Ιερά Σύνοδος ότι το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος υποχρεώνει την Πολιτεία να «κατηχεί» τα παιδιά μέσα στις σχολικές αίθουσες, ώστε να γίνουν χριστιανοί ή ότι η Εκκλησία αναμένει τέτοιου είδους εξυπηρετήσεις από το Κράτος στο πλαίσιο του μαθήματος των Θρησκευτικών. Και εν πάση περιπτώσει η Εκκλησία δεν κρύβεται πίσω από το Σύνταγμα · η σχέση του ελληνικού Λαού με την ορθόδοξη πίστη είναι ενεργό συλλογικό βίωμα με ιστορικό βάθος, για το οποίο οι κληρικοί είμαστε κυρίως υπεύθυνοι, και δεν επιβάλλεται εξουσιαστικά από νομικούς κανόνες. Αυτές λοιπόν είναι αναληθείς υπεραπλουστεύσεις, που μας αποδόθηκαν από το Υπουργείο Παιδείας, προκειμένου να αποφευχθεί μία έντιμη και σοβαρή συζήτηση για την βελτίωση της θρησκευτικής εκπαιδεύσεως στο σχολείο, την οποία και η Εκκλησία επιθυμεί.

Η Ορθοδοξία δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από την σύγκριση με τα άλλα θρησκεύματα και δόγματα. Η σύγκριση όμως προϋποθέτει ότι το μάθημα παρέχει στον μαθητή συνεκτική και πλήρη εικόνα της ιδιαιτερότητας της Ορθοδοξίας, δηλαδή ένα σύνολο δομημένων γνώσεων με ψύχραιμη, επιστημονική – θεολογική προσέγγιση και όχι σκόρπιες ψηφίδες κοινωνιολογικού ή φιλοσοφικού προβληματισμού με αφορμή το θρησκευτικό φαινόμενο. Επί πλέον, προϋποθέτει το απαραβίαστο και ανέλεγκτο του θρησκευτικού φρονήματος του μαθητή από το Κράτος.

Ήδη από το 2015 η ρητορική των εκπροσώπων του Υπουργείου Παιδείας συστηματικά διαστρέβλωνε, κατά βολικό τρόπο, τον ρόλο του υπάρχοντος μαθήματος των Θρησκευτικών ως μίας δήθεν ανελεύθερης και προσηλυτιστικής διαδικασίας «παραγωγής πιστών» της ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα στις σχολικές αίθουσες. Ακούσθηκαν επιθετικές απόψεις κατά του μαθήματος των Θρησκευτικών, ότι δηλαδή επηρεάζει την «ταύτιση ή η σύγχυση των χώρων του θρησκευτικού με τον δημόσιο που είναι κατεξοχήν κοσμικός και ανεξίθρησκος», όπως δήλωσε, σχεδόν αμέσως μετά την ανάληψη του χαρτοφυλακίου της, η Αναπλ.Υπουργός κ. Σία Αναγνωστοπούλου, η οποία τάχθηκε υπέρ της απαλλαγής χωρίς οποιαδήποτε επίκληση λόγων θρησκευτικών συνειδήσεως (και κατ’ οὐσίαν δηλαδή υπέρ της μετατροπής του μαθήματος από υποχρεωτικό σε προαιρετικό).

Αργότερα εντός του έτους 2015, άρχισε να κυκλοφορεί μία νεώτερη θέση του Υπουργείου Παιδείας ότι το μάθημα οφείλει να αλλάξει, διότι αίφνης η πολιτική ηγεσία άρχισε να ανησυχεί για τη διαφύλαξη της «υποχρεωτικότητάς» του εν όψει του μέχρι τότε δήθεν κατηχητικού – προσηλυτιστικού του χαρακτήρα. Αυτό σηματοδοτούσε την έναρξη μίας προσπάθειας να τεθεί σε εκβιαστική βάση η κατάργηση της πλειοψηφικής παρουσίας του γνωστικού υλικού για την Ορθοδοξία και του θεολογικού χαρακτήρα του μαθήματος, προκειμένου να εισαχθεί πλέον ένα μάθημα μη θεολογικό (π.χ. κοινωνιολογικό, ιστορικό ή φιλοσοφικό) και με υποβαθμισμένη την ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση υπό την απειλή της –ειδάλλως– καταργήσεως του μαθήματος.

Πιο πρόσφατα άρχισε να κυκλοφορεί και ακόμα νεώτερη επιχειρηματολογία του Υπουργείου Παιδείας, ότι η ομαλή ένταξη των μεταναστών και προσφυγών στην ελληνική κοινωνία, επιβάλλει πλέον ένα διαφορετικό μάθημα Θρησκευτικών. Η Ορθόδοξη Εκκλησία πρώτη συνέτρεξε και στηρίζει αυτούς τους απελπισμένους αδελφούς μας χωρίς διακρίσεις φυλής ή θρησκείας. Απομένει όμως να διευκρινισθεί εάν αυτή η δικαιολογία περί της μεταβολής του μαθήματος των Θρησκευτικών συνδέεται με την υποβάθμιση των μαθημάτων των Αρχαίων Ελληνικών και της Ιστορίας, για τα οποία προτείνεται να μην εξετάζονται στο τέλος του σχολικού έτους. Υφίσταται ευρύτερος σχεδιασμός, ώστε οι επόμενες γενιές Ελλήνων πολιτών να αποτελούνται από μία σχετική πλειοψηφία ελληνογενούς πληθυσμού με ασθενή ταυτότητα και ένα άθροισμα εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, για τις οποίες θα ακολουθείται η πολιτική της μη ομαλής αφομοιώσεώς τους από την ελληνική κοινωνία; Εάν έτσι είναι, πρόκειται για μια εκπαιδευτική επιλογή εθνικής και ιστορικής εμβέλειας, για την οποία οφείλουν οι υπεύθυνοι να δημοσιοποιήσουν τις προθέσεις τους.

Σε αντίθεση με την άποψη περί μη προσκολλήσεως στο παρελθόν, πιστεύω ότι τα μαθήματα των Θρησκευτικών, της Ελληνικής Γλώσσας, Λογοτεχνίας και Ιστορίας αποτελούν αναγκαία μαθήματα ταυτότητας και διαδραματίζουν σοβαρό ρόλο στη διαμόρφωση του φρονήματος των αυριανών Ελλήνων πολιτών. Για τον λόγο αυτό, οι απόψεις της Εκκλησίας υπερβαίνουν τις συγκυριακές διαφωνίες επιστημονικών ή πολιτικών χώρων. Η Ιερά Σύνοδος συνειδητά δεν τοποθετήθηκε στην σχετική επιστημονική διαφωνία των δύο ενώσεων θεολόγων, της «Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων» και του «Καιρού». Οι απόψεις μας δεν σημαίνουν την συμπαράταξη ή αντιπαράθεση της Εκκλησίας με τις προτάσεις εκατέρας των επιστημονικών ενώσεων ή των πολιτικών κομμάτων επί των θέματος. 

Στις 14.1.2016 επισκέφθηκε τον Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κ. Νικόλαο Φίλη αντιπροσωπεία της Ιεράς Συνόδου για να του παραδώσει υπόμνημα με τις θέσεις της Ιεράς Συνόδου για το μάθημα των Θρησκευτικών, απευθυνόμενο σε αυτόν. Με το κείμενο αυτό η Εκκλησία της Ελλάδος α) δήλωνε ότι διαφωνούσε με την άποψη ότι το υπάρχον μάθημα ήταν «κατηχητικό», δηλαδή ότι αποβλέπει στη δημιουργία πιστών, β) δήλωνε ότι είναι στο πλευρό της Πολιτείας με στόχο τη βελτίωση του μαθήματος, όμως με κριτήρια επιστημονικά και παιδαγωγικά, και όχι με πολιτική στόχευση και γ) πρότεινε επίσης να διατηρηθούν οι παιδαγωγικές κατευθύνσεις και σκοποί των υπαρχόντων Προγραμμάτων Σπουδών και να εμπλουτισθούν με όσα χρήσιμα (θρησκειολογικά, φιλοσοφικά κ.λπ.) στοιχεία είχαν τα -τότε Πιλοτικά και ήδη ισχύοντα- νέα Π.Σ.

Ο κ. Υπουργός δήλωσε στην αντιπροσωπεία της Ιεράς Συνόδου ότι θα πράξει ό,τι του υποδείξει ο επιστημονικός σύμβουλος του Υπουργείου, το Ι.Ε.Π., και παρέδωσε τον φάκελο στον εκεί παριστάμενο Πρόεδρο του Ι.Ε.Π., Καθηγητή κ. Γεράσιμο Κουζέλη, αρνούμενος να διαβάσει το κείμενό μας με την αιτιολογία ότι πρόκειται για καθαρώς επιστημονικό ζήτημα αποκλειστικής αρμοδιότητας του Ι.Ε.Π.. Αναρωτιέται κανείς γιατί δεν επέδειξε ανάλογη αυτοσυγκράτηση και διακριτικότητα απέναντι στις αρμοδιότητες του Ι.Ε.Π., όταν ακολούθως έσπευσε να προκαταλάβει το αποτέλεσμα του διαλόγου για το μάθημα, δηλώνοντας επανειλημμένα τις προσωπικές του βεβαιότητες ότι είναι «κατηχητικά» τα υπάρχοντα Π.Σ. των Θρησκευτικών, αναφερόμενος μάλιστα στις δικές του σχολικές εμπειρίες από τα βιβλία των Θρησκευτικών. Τα ισχύοντα όμως βιβλία δεν γράφθηκαν τη δεκαετία του 1970 και η πολιτική δεν ασκείται βάσει παιδικών αναμνήσεων ή ιδεολογικών απωθημένων.

Δεν αντελήφθη ότι με τον τρόπο αυτό αδίκησε ένα χρήσιμο σχολικό μάθημα, στοχοποίησε και περιθωριοποίησε τους θεολόγους – εκπαιδευτικούς του Υπουργείου Παιδείας, εμφανίζοντάς τους ως μισσιονάριους, που διεξάγουν θρησκευτική προπαγάνδα μέσα στην σχολική τάξη. Είναι ενδεικτικό ότι προχθές μόλις και η κ. Αναπληρώτρια Υπουργός Παιδείας υπέπεσε στο ίδιο σφάλμα, όταν δήλωσε ότι δεν καταλαβαίνει «γιατί η Εκκλησία θεωρεί ότι απειλείται, όταν ο Υπουργός Παιδείας αποφασίζει να εφαρμόσει αυτό που οι ίδιοι οι θεολόγοι, δηλαδή η επιτροπή, του έχει εισηγηθεί» (24.9.2016). Δηλαδή η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου εμμένει στην προκατάληψη ότι οι επιστήμονες θεολόγοι, εκπαιδευτικοί του Υπουργείου ή επιστημονικοί σύμβουλοι του Ι.Ε.Π., εκπροσωπούν την Εκκλησία μέσα στην σχολική κοινότητα.

Έθεσε λοιπόν ως αφετηρία της δημόσιας συζητήσεως τις προσωπικές του πεποιθήσεις ως ευκλείδεια αξιώματα και προεξόφλησε το αποτέλεσμα, χωρίς να έχει παραλάβει οποιοδήποτε σχετικό επιστημονικό πόρισμα του Ι.Ε.Π. Η διαπίστωση του υπάρχοντος μαθήματος ως «κατηχητικού» δεν προέκυψε ούτε από τον «Εθνικό και Κοινωνικό Διάλογο για την Παιδεία». Εν πάση περιπτώσει αν υπήρξε επιστημονικό πόρισμα του Ι.Ε.Π. περί του «κατηχητικού» χαρακτήρα των προηγούμενων Π.Σ., όφειλε να το θέσει στη δημοσιότητα.

Ακόμα και εάν ήταν το μάθημα ομολογιακό (όρος που δεν ταυτίζεται με το κατηχητικό) μέχρι σήμερα, δεν νομίζω ότι είναι οπισθοδρομικές οι ευρωπαϊκές χώρες, που προσφέρουν στο ωρολόγιο πρόγραμμα των σχολείων μάθημα Θρησκευτικών με ομολογιακό χαρακτήρα: η Νορβηγία, η Αυστρία, η Κύπρος, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία, η Γερμανία, η Βόρεια Ιρλανδία (:Μ. Βρετανία), η Ιρλανδία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Σλοβακία, η Τσεχία, η Ουγγαρία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Λετονία, η Μάλτα και η Λιθουανία.

Οφείλω επίσης να επαινέσω την νομοθετική πρωτοβουλία του κ. Υπουργού Παιδείας να φέρει προς ψήφιση στην Βουλή διάταξη, με την οποία, πολύ εύλογα, έδωσε το δικαίωμα στους Έλληνες Ισραηλίτες και Ρωμαιοκαθολικούς συμπολίτες μας, ώστε να διδάσκονται τα παιδιά τους την θρησκευτική τους πίστη με εκπαιδευτικό του δόγματός τους και της επιλογής τους, τον οποίο προτείνει η οικεία θρησκευτική κοινότητα και τον προσλαμβάνει το Υπουργείο Παιδείας (άρθρο 55 Νόμου 4386/2016, ΦΕΚ Α΄ 83). Φυσικά το ίδιο ισχύει και για τα παιδιά των μουσουλμάνων συμπολιτών μας στη Δυτική Θράκη. Το αναπάντητο ερώτημα είναι γιατί το Υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να στερήσει το δικαίωμα ανάλογης θρησκευτικής εκπαίδευσης στα παιδιά των ορθόδοξων χριστιανικών οικογενειών της χώρας μας. 

Παρ’ όλα αυτά δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 13 Σεπτεμβρίου 2016 οι Υπουργικές Αποφάσεις που καθιερώνουν νέα Προγράμματα Σπουδών σε Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο βιαστικά, χωρίς να προηγηθεί καμία προπαίδευση και ενημέρωση των καθηγητών θεολόγων και χωρίς να έχουν ετοιμασθεί νέα βιβλία Θρησκευτικών.

Είχε σπεύσει μάλιστα ο εν λόγω κ. Υπουργός, λίγο πριν την ορισθείσα συνάντησή μας μαζί με τον κ. Πρωθυπουργό το βράδυ της 1ης.9.2016, να προκαταλάβει τις εξελίξεις με αιφνιδιαστική δήλωση στη Βουλή και Δελτίο Τύπου το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, ότι «από φέτος σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης θα εφαρμοσθεί το νέο πρόγραμμα του μαθήματος των Θρησκευτικών».

(Ακολουθούν σχόλια για το περιεχόμενο του Προγράμματος Σπουδών).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ