«Χριστός γεννέθεν, χαρά σον κόσμον…»: Χριστουγεννιάτικα έθιμα και κάλαντα του Πόντου

0
935

Για τα Χριστούγεννα, σε πολλά μέρη του Πόντου, οι νοικοκυρές συνήθιζαν να παρασκευάζουν πίτες από καλαμποκάλευρο, αλευροχαλβά, κατμέρια και τον πουρμά, ένα σιροπιαστό γλυκό που θύμιζε το σαραϊγλί. Στην Τραπεζούντα τις παραμονές των Χριστουγέννων οι νοικοκυρές απαραιτήτως ζύμωναν κουλούρια για το σπίτι και τα ζώα. Επίσης ζύμωναν τα χριστόψωμα, τα οποία περιείχαν καρύδια και, όταν ψήνονταν, τα περίχυναν με μέλι. Πάνω στο χριστόψωμο κεντούσαν με αμύγδαλα τη γέννηση του Χριστού. Στόλιζαν ένα τραπέζι δίπλα στο xριστουγεννιάτικο δένδρο με διάφορα γιορτινά καλούδια και ένα εικόνισμα αφιερωμένο στην Παναγία, το «Τραπέζι της Παναγίας».

Στην Ινέπολη, στα βόρεια της Κασταμονής, οι νοικοκυρές ετοίμαζαν για τα Χριστούγεννα τα παραδοσιακά γλυκά κετέ, ιτσλί και κατμέρια, ενώ στην Αμάσεια τα βασικά γιορτινά εδέσματα ήταν το κεσκέκι, το σουμπορεγί και το τζεβιζλί τσορέκ. Διαδεδομένο υλικό για τις πίτες ήταν το χασισόλαδο και οι χασισόσποροι, τους οποίους επεξεργάζονταν όπως τους κόκκους του καφέ. Καβούρντιζαν τους σπόρους σε ένα τηγάνι χωρίς λάδι, ώσπου να πάρουν μαύρο χρώμα και να βγάλουν το λάδι τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για ποντιακα χριστουγεννα εθιμαΤα περισσότερα σπίτια στον Πόντο είχαν και ένα γουρούνι. Την παραμονή των Χριστουγέννων λοιπόν το έσφαζαν και με το κρέας του έφτιαχναν γαβουρμά και τσιλγάνια. Όσο για το λίπος του, το έλιωναν και το χρησιμοποιούσαν στις πίτες και τα φαγητά. Έφτιαχναν ακόμα τσουρέκια στο φούρνο, που έμοιαζαν με πίτες.

Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων έβαζαν στο τζάκι το Χριστοκούρ’, που ήταν αλλού από μηλιά κι αλλού από αχλαδιά. Αλλού, πάλι, ήταν από πεύκο ή έλατο και το στόλιζαν εκτός από νωπούς καρπούς και µε κλαδάκια ελιάς, στα φύλλα της οποίας σφήνωναν λεφτοκάρια, δηλαδή φουντούκια. Το κούτσουρο αυτό, κομμένο ειδικά για τις άγιες μέρες, άναβε στο τζάκι συνέχεια και τις τρεις μέρες των Χριστουγέννων, που τις έλεγαν Χριστουήμερα. Πρόσεχαν μάλιστα να καίγεται όρθιο και να μην πέσει, γιατί πίστευαν πως θα χαλάσει το γούρι.

Όσο για το χριστουγεννιάτικο δέντρο, στον Πόντο -και μάλιστα στην Αργυρούπολη και στα περίχωρά της- από την παραμονή των Χριστουγέννων κρεμούσαν στο εικονοστάσι σταυρωτά κλαδιά φουντουκιάς ή καρυδιάς ή μόνο καρπούς.

Την παραμονή σταματούσαν κάθε εξωτερική δουλειά, συμπλήρωναν τις τελευταίες λεπτομέρειες για τη μεγάλη γιορτή και τραγουδούσαν: «Τα Χριστούγεννα όλοι φορούν τα γιορτινά τους και σφάζουν τα κοκόρια» («Τη Χριστού όλ’  αναλλάζνε και τα πετεινάρια σπάζιε»).

Τα ποντιακά κάλαντα συνοδεύονταν από την πατροπαράδοτη ποντιακή λύρα και τα έψελναν μικροί και μεγάλοι χωρισμένοι σε ομάδες. Επισκέπτονταν όλα τα σπίτια του χωριού, την παραμονή ή ανήμερα της γιορτής, κυρίως μετά τη δύση του ήλιου. Κι οι νοικοκυραίοι αντί για λεφτά τους έδιναν ξηρούς καρπούς, ξερά σύκα και κερατούτσες, που έμοιαζαν με φασόλια αλλά ήταν γλυκές.

Οι καλαντάδες γύριζαν όλα τα σπίτια του χωριού παρέα με τους μωμόγερους, αψηφώντας το τσουχτερό κρύο και με αραιούς πυροβολισμούς και ψάλλοντας τα κάλαντα θύμιζαν τη γένεση του θεανθρώπου. Στα ορεινά του Πόντου έλεγαν τα κάλαντα και την ημέρα, γιατί οι καιρικές συνθήκες συχνά ήταν απαγορευτικές για έξοδο τη νύχτα. Εκτός από τη συνοδεία της λύρας, φρόντιζαν να φέρουν μαζί τους και ένα στολισμένο καράβι, φτιαγμένο από χαρτόνι και λεπτό σανίδι, για να εντυπωσιάσουν τους νοικοκυραίους. Συνήθως φώτιζαν τα καραβάκια τους με κεριά, ενώ κάθε ομάδα προσπαθούσε να φτιάξει το πιο όμορφο και φανταχτερά στολισμένο, εν είδει συναγωνισμού.

Προτού αρχίσουν να ψάλλουν, ένας της παρέας έλεγε τον πολυχρονισμό, αρχίζοντας από τον αρχηγό της οικογένειας και τελειώνοντας στο πιο μικρό παιδί, ακόμα και στους ξενιτεμένους: «Ο Θεός να πολυχρονίζ’ τον κύριο τάδε…» και στη συνέχεια έψαλλαν τα κάλαντα…

Χριστός γεννέθεν, χαρά σον κόσμον
χα, καλή ώρα, καλή σ’ ημέρα
Χα, καλόν παιδίν οψές γεννέθεν
οψές γεννέθεν, το βράδ’ αργάτε.

Το εγέννεσεν η Παναΐα
Το ανάθρεψεν αεί Παρθένος.
Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάρι
εκατήβεν σο σταυροδρόμι.

Έπιασαν άτό’ οι σκύλ’ Εβραίοι
χίλ’ Εβραίοι και μίλ’ Εβραίοι.
Ασ’ σα κρέντικα κι άσ’ στην καρδίαν
γαίμα έσταξεν, χολήν κι εφάνη.
γαίμα έσταξε, εμυροστάθεν.

Εμυρίστεν ατ’ ο κόσμον όλον
για μυρίστ’ άτό και σύ αφέντα.
Σύ αφέντα, καλέ μ’ αφέντα
έμπα σο νουντάν κι ελά σην πόρταν.

Φέρ ουβάς και λεφτοκάρυα.
Κι αν ανοί’ς μας χαρά σην πόρτα’ς.
Δέβα σο ταρέζ κι έλα σην πόρταν…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ