Πρωτοχρονιάτικα έθιμα της αλησμόνητης Σμύρνης

0
462

Ενενήντα πέντε χρόνια από την τελευταία Πρωτοχρονιά της Μικρασίας κι οι απανταχού Σύλλογοι Μικρασιατών φροντίζουν με τις εκδηλώσεις τους να κρατούν ζωντανές τις μνήμες της «χαμένης πολιτείας». Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι. Και να ανασταίνουν στιγμές της Σμύρνης της ονειροπόλας, με τους μαχαλάδες και τα στενά της σοκάκια, με τα καφασωτά παράθυρα, με την Αγία Φωτεινή που το πανύψηλο καμπαναριό της ξεχώριζε επιβλητικό ανάμεσα στις άλλες πανέμορφες εκκλησιές του τόπου. Αλλά και με τα προάστιά της, τα βαποράκια του Κορδελιού, το τραμ της πλακόστρωτης προκυμαίας που το έσερναν άλογα, τα κατάμεστα με κόσμο μαγαζιά, εκεί όπου όλοι, Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένηδες και Φραγκολεβαντίνοι έπλεκαν ένα χαρωπό γαϊτανάκι…

Η τελευταία Πρωτοχρονιά της Σμύρνης

Την Πρωτοχρονιά λοιπόν κάθε σπιτικό άστραφτε από πάστρα. Ανάμεσα στα άλλα έθιμα της Σμύρνης, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς συνήθιζαν να στολίζουν ένα τραπέζι με ξηρούς καρπούς και γλυκίσματα για να κεράσουν τον Αγιο Βασίλη, όταν θα επισκεπτόταν το σπίτι. Κι η νοικοκυρά ράντιζε το σπίτι με ξηρούς καρπούς κι έλεγε «Κάλαντα και καλού σκαίρα και πάντα και του χρόνου».

Την παραμονή στον εσπερινό κάθε νοικοκυρά έστελνε στον εφημέριο της ενορίας το εικόνισμα του Αγίου Βασιλείου με τον άρτον για το Ύψωμα. Και την άλλη μέρα, ξωλείτουργα, ο παπάς έπρεπε να πάει στο σπίτι, να ψάλει το Απολυτίκιον και το Μεγαλυνά­ριον του Αγίου: «Τον ουρανοφάντορα του Χριστού…». Η νοικοκυρά κρατούσε μια άσπρη πετσέτα ανοιχτή και ο παπάς βαστώντας τον άρτον τον ύψωνε εκ τρίτου αναφωνών: «Μέγα το όνομα…». «Της Αγίας Τριάδος», συμπλήρωνε η οικοδέσποινα. «Πάτερ όσιε, βοήθει τους δούλους σου», ξανάλεγε ο παπάς κι έκοβε ανάλογες μερίδες, ευλογία για τους εορτάζοντες.

Πρωί πρωί της μεγάλης μέρας ξεκινούσε όλη η οικογένεια, με τα κατάκαλά τους, να πάνε στην εκκλησία. Κι ο νοικοκύρης κρατούσε στην τσέπη του το ρόδι, που θα σπούσε στην πόρτα του σπιτιού σαν θα γυρνούσαν – για το καλό του χρόνου και για «πολλά μπερικέτια», όπως λέγανε.

Το ρόδι έπρεπε να είναι γερό και τα σπυριά του τραγανά, γιατί, αν ήταν σάπιο, κάτι κακό θα τύχαινε. Το έσπαγε λοιπόν ο νοικοκύρης με δύναμη κι έλεγε: «Καλημέρα, έτη πολλά!».

Μετά έκανε ποδαρικό πατώντας ένα σίδερο και λέγοντας: «σίδερο πάνω, σίδερο κάτω, σίδερο οι άνθρωποι που είναι μέσα, σίδερο η μέση μου, σίδερο η κεφαλή μου». 

Και έμπαινε με το δεξί στο σπιτικό με την «καλή χρονιά» και φιλιά σε όλους.

Όταν τέλειωναν οι ευχές, όλη η οικογένεια καθόταν με τάξη στο αϊβασιλιάτικο τραπέζι, με το λευκό τραπεζομάντιλο και τα καλά σερβίτσια. Όλα τα καλά του Θεού βρισκόντουσαν εκεί, για το καλό της χρονιάς. Και στη μέση ήταν η μεγάλη φρουτιέρα με τον «Χριστό». Έτσι λέγανε τη μέρα εκείνη τα λογιών λογιών ξερά φρούτα, δαμάσκηνα, φουντούκια, τζίτζιφα, κουκουνάρια, σταφίδες, μύγδαλα, καρύδια…

Για το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι οι νοικοκυρές ετοίμαζαν συνήθως κόκκορα κοκκινιστό στην κατσαρόλα, κεμπάπ με ρύζι και γενικά φαγητά με ρύζι, για να είναι γεμάτος ευτυχία ο νέος χρόνος.

Και φυσικά στην πρώτη γραμμή ερχόταν η βασιλόπιτα, που η νοικοκυρά είχε φτιάξει με μεράκι βάζοντας μέσα το φλουρί και σχεδιάζοντας δικέφαλους αϊτούς και διάφορα πλουμιά με μύγδαλα. Η μητέρα έφερνε το θυμιατό και θύμιαζε με μοσχολίβανο πρώτα την πίτα και μετά έναν έναν κάνοντας το σημείο του σταυρού. Κι ο πατέρας έκοβε τη βασιλόπιτα με την ίδια σειρά κάθε χρόνο… Το πρώτο κομμάτι του Χριστού/ της Παρθένου/ του σπιτιού/ του φτωχού/ και μετά κατά ηλικία, αρχίζοντας από τους παππούληδες. Το νόμισμα ήτανε πάντα μεταλλίκι χρυσό και σε εκείνον που θα έπεφτε θα έφερνε μεγάλο γούρι.

Κομμάτια της βασιλόπιτας οι νοικοκυρές άφηναν, μαζί με ξηρούς καρπούς και γλυκά, στις δημόσιες βρύσες της πόλης, για τους περαστικούς και τους φτωχούς. Μετά επέστρεφαν στο σπίτι αμίλητες, με το νερό της βρύσης, για να «τρέχουν» τα αγαθά στα σπίτια τους.

Πολλές φορές τύχαινε, την ώρα που κόβανε την πίτα, να έρθουν τα παιδιά του μαχαλά να τα πούνε. Το σήμαντρο χτυπούσε με τέχνη και το ντουμπελέκι κρατούσε το ίσιο. Κι οι παιδικές φωνούλες συμπλήρωναν τη χαρούμενη ατμόσφαιρα του σπιτιού και τα λόγια τους έφερναν στον καθένα ένα καλό μήνυμα. «Σ ‘αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει…».

Παράλληλα ξεκινούσαν κι οι βίζιτες. Συγγενείς και φίλοι, ακόμα κι άγνωστοι (αλλά μόνο άντρες εκείνη τη μέρα), έμπαιναν μέσα σε κάθε σπιτικό για να δώσουν τις ολόθερμες ευχές τους και να σερβιριστούν από το μεγάλο τραπέζι της σάλας. Κι οι ευχές και τα κάλαντα δεν είχαν τελειωμό σε κείνη την πολύβουη πολιτεία…

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ