«Ιορδάνη ρεύσε τα νάματα, ιν’ ανασκίρτηση τα ύδατα»: Τα Φώτα και τα έθιμά τους στον Πόντο

0
639

Τα Θεοφάνεια γιορτάζονται σε όλη την Ελλάδα με μεγαλοπρέπεια και κάθε περιοχή διατηρεί μέχρι σήμερα κάποια τοπικά χαρακτηριστικά έθιμα, που δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στον εορτασμό τους.

Στην ιστορική περιοχή του Πόντου έλεγαν ότι αυτή τη μέρα στον Ιορδάνη ποταμό άνοιξε ο ουρανός και το Άγιο Φως κατέβηκε σαν πουλί πάνω από τον Χριστό:

Σον Ιορδανοπόταμον ο ουρανόν ενοί(γ)εν

Και τ’ Αεφώς άμον πουλίν σον Χριστόν εκατήβεν…

«Σ’ έμπαν είν’ τα κάλαντα και σ’ έξ’ τα Φώτα…», έλεγαν, δηλαδή στην είσοδο του Γενάρη είναι η Πρωτοχρονιά και στις έξι τα Θεοφάνεια.

Η λέξη «Φώτα» παράγεται από το ουσιαστικό «φως» και δηλώνει τη γιορτή των Θεοφανείων.

Στην Αμισό, Ινέπολη, Οινόη (Ούνγια), Σούρμενα λέγανε το Φώτισμα, στην Κερασούντα, Κοτύωρα (Ορντού), Σάντα, Τραπεζούντα λέγανε το Φώτιγμαν, ενώ στη Χαλδία το Φώτιμαν.

Την παραμονή των Θεοφανείων γινόταν ο αγιασμός των υδάτων μόνο μέσα στην εκκλησία και πάνω σε μια εξέδρα στολισμένη με κλαδιά. Οι πιστοί έπαιρναν τον πρώτο αγιασμό, με τον οποίο ευλογούσαν τα ζωντανά τους, τα χωράφια και τα σπίτια τους.

Κατόπιν ο παπάς γυρνούσε στα σπίτια και τ’ αγνίαζε με την αγιαστούρα του, ψάλλοντας το τροπάριο «Εν Ιορδάνη…», ενώ οι πιστοί έριχναν κέρματα «απές σο παρχάτσ’», που κρατούσε ένας μικρός που συνόδευε τον παπά.

 

Τα κεριά για τ’ αποθαμέντς

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα των ποντιακών Φώτων ήταν το μνημόσυνο των νεκρών, που γινόταν την παραμονή της γιορτής των Θεοφανείων.

Σε κάθε σπίτι άναβαν τόσα κεριά όσα ήταν τα μέλη της οικογένειας που είχαν εκδημήσει και ένα για τον ξένο που δεν είχε κανέναν σ’ αυτόν τον κόσμο…

Πριν από το βραδινό τραπέζι, που ήταν νηστίσιμο, σε ένα μεγάλο ταψί γεμάτο σιτάρι όλα τα μέλη της οικογένειας άναβαν κεριά «για τ’ αποθαμέντς», για πεθαμένους συγγενείς και φίλους, αναφέροντας το όνομα του καθενός ξεχωριστά.

Για να μην ξεχνούν οι νεότεροι το χρέος τους στους παλιότερους, τους μάθαιναν ένα τετράστιχο:

Τα Φώτα θέλω το κερί μ’

και Των Ψυχών κοκκία (κόλυβα)

και την Μεγάλ’ Παρασκευήν

έναν μαντήλιν δάκρυα!

Κατόπιν έτρωγαν τα μανάτια (βραστή γλυκιά κολοκύθα), τα μαύρα τα φασούλια και τα μαύρα λάχανα αλάδωτα, και το χοσάφ (γλυκιά σούπα με φρέσκα και αποξηραμένα φρούτα).

Το τραπέζι παρέμενε όλο το βράδυ στρωμένο, για να «τρώγνε οι αποθαμέν», όπως έλεγαν, ενώ στο κέντρο του τοποθετούσαν μία φέτα ψωμί με τέσσερα κεριά αναμμένα σε σχήμα σταυρού.

Μετά το δείπνο αυτό τα παιδιά αλλά και αρκετοί μεγάλοι ντύνονταν καρναβάλια και γυρνούσαν τα σπίτια του χωριού, λέγοντας τα κάλαντα των Φώτων. Οι οικοδεσπότες προσπαθούσαν να τους αναγνωρίσουν κερνώντας τους γλυκά, ξηρούς καρπούς, φρούτα, κρασί και τσίπουρο, μέσα σε κλίμα χαράς και γέλιου.

Ανήμερα των Θεοφανείων

Το πρωί των Θεοφανείων πήγαιναν όλοι στην εκκλησία, με το σιτάρι από το βραδινό τραπέζι, για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία και να αγιασθούν. Μετά έπαιρναν τον δεύτερο αγιασμό και επέστρεφαν στο σπίτι. Από αυτό τον αγιασμό έπιναν από τρεις γουλιές και τον υπόλοιπο τον κρατούσαν -συνήθως στο εικονοστάσι- καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Με τον μεγάλο αγιασμό ράντιζαν και τα σπαρτά.

Η «Αλυκόν πίταν»

Άλλο έθιμο της μέρας αυτής ήταν η «Αλυκόν πίταν», που ζύμωνε η πρωτότοκος κόρη από καλαμποκίσιο αλεύρι, και οι ανύπαντρες έβαζαν ένα κομμάτι κάτω από το μαξιλάρι για να δουν ποιον θα παντρευτούν.

Κατά τη διάρκεια του ύπνου, λογικό ήταν ότι θα διψάσουν. Γι’ αυτό υπήρχε και το σχετικό δίστιχο:

Ναϊλί εμέν’ ντό έπαθα με τ’ αλυκόν την πίταν,
κανείς νερόν ΄κι εδέκε με, εκάγα όλεν τη νύχτα!

 

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιασμος των υδατων στον ποντο παλιες εικονες

Η κατάδυση του Τιμίου Σταυρού

Η κατάδυση του σταυρού γινόταν με μεγαλοπρέπεια και οι τολμηροί νέοι που βουτούσαν να τον πιάσουν έδιναν μάχη μεταξύ τους αλλά και με τα παγωμένα νερά. Ο νικητής έπαιρνε το σταυρό στο σπίτι του με την ευλογία του παπά, ψάλλοντας εκκλησιαστικά τροπάρια.

Στις περιοχές που δεν υπήρχε θάλασσα, ποτάμι, δεξαμενή ή λίμνη, η κατάδυση του σταυρού γινόταν σε ένα δοχείο μέσα στην εκκλησία. Σ΄αυτή την περίπτωση τον σταυρό έπαιρνε όποιος προσέφερε τα περισσότερα χρήματα για την εκκλησία.

Φαρμακόλυτρον

Από τον αγιασμό των Θεοφανείων έπιναν τρεις γουλιές και όταν παρουσιαζόταν κάποια ασθένεια ή όταν για κάποιο λόγο κάποιος περνούσε μια μεγάλη τρομάρα. Έτσι έδιωχνε το κακό και προστατευόταν.

 

Πίζηλα ή καλικάντζαροι

Όπως σε ολόκληρη την Ελλάδα, και στον Πόντο πίστευαν στους καλικάντζαρους, που έβγαιναν τα Χριστούγεννα και παρέμεναν όλο το Δωδεκαήμερο (από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα) ενοχλώντας τους ανθρώπους.

Ανάλογα με την περιοχή οι καλικάντζαροι ονομάζονταν πίζηλα, πίζουλα, πίζελα και πιζήαλα. Φέρονται να πείραζαν ιδιαίτερα τα παιδιά –ιδίως τα αβάπτιστα–, τις λεχώνες, τις νεόνυμφες και αδύναμα άτομα. Έκαναν ζημιές στα πράγματα του σπιτιού, στα ζώα και στους αγρούς.

Για να προστατευθούν, οι νοικοκυραίοι απέφευγαν να κάνουν νυχτερινές δουλειές έξω από το σπίτι και να πετάνε νερά το βράδυ. Επίσης, για να μην πλησιάζουν τα… «εξωτερικά», έλεγαν ψιθυριστά διάφορες προσευχές. Το κουρίν, ένα κούτσουρο που κρατιόταν άσβεστο στο τζάκι, θωράκιζε τις οικογένειες από την εμφάνιση των πίζηλων, ενώ, αν κάποιος χρειαζόταν να βγει έξω νύχτα, έπρεπε να κρατά δαυλό αναμμένο.

Τα πίζηλα εξαφανίζονταν τα Φώτα με τον αγιασμό των υδάτων, για να επιστρέψουν και πάλι τα επόμενα Χριστούγεννα.

Πηγή: Pontos-news.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ