Όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης: Πώς η Παναγία του έδωσε τη χάρη να ίπταται;

0
256

Στις 13 Ιανουαρίου εκάστου έτους η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του οσίου Μαξίμου, που «Παρήλθε πάντας αρεταίς… Καν τοις χρόνοις ήσκησε νυν τοις εσχάτοις». Επονομάστηκε Καυσοκαλυβίτης, καθώς λόγω των συχνών μετακινήσεών του έκαιγε την καλύβα του για να ασκείται στην πλήρη ακτημοσύνη.

Γεννημένος στη Λάμψακο από ευσεβείς γονείς, στα 15 του χρόνια έγινε μοναχός και υποτάχθηκε σε κάποιον σεβάσμιο Γέροντα στο όρος Γάνο της Θράκης. Όταν ο Γέροντας εκοιμήθη, ο Μάξιμος πήγε στο Παπίκιο Όρος και ακολούθως έφυγε για την Κωνσταντινούπολη για προσκύνημα. Εκεί ο πατριάρχης άγιος Αθανάσιος εκτίμησε το ταπεινό του φρόνημα, αλλά ο Μάξιμος, για να αποφύγει τον όποιο έπαινο, άρχισε να προσποιείται τον τρελό! Ζούσε κοντά στο ναό των Βλαχερνών, όπου όλη μέρα ο κόσμος τον κορόιδευε για τις διάφορες παλαβομάρες που έκανε, ενώ τα βράδια προσευχόταν στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Μετά έφυγε για το Άγιον Όρος και συγκαταριθμήθηκε στην αδελφότητα της Μεγίστης Λαύρας. Δεν έμενε σε κελί για να μην απολαμβάνει καμία άνεση και, όταν έψαλλε στο ναό, ήταν πάντοτε δακρυσμένος. Ο όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, όταν τον γνώρισε, αντελήφθη ότι πρόκειται για άγιο άνθρωπο και τον συμβούλεψε να αφήσει πια τη σαλότητα και την απομόνωση και να μείνει μόνιμα σε ένα μέρος, όπου θα μπορούσαν να τον βρίσκουν όποιοι τον έψαχναν για ψυχική τους ωφέλεια. Έτσι ο Μάξιμος έφτιαξε μια, μόνιμη πλέον, καλύβα κάτω από ένα σπήλαιο -χωρίς όμως ίχνος άνεσης- και κοντά του έβρισκαν παρηγοριά και γιατρειά άνθρωποι βασανισμένοι, ώσπου απεβίωσε ειρηνικά (στις 13 Ιανουαρίου 1375) σε ηλικία 95 χρονών.

Μια θαυμαστή ιστορία που σχετίζεται με τις αρετές του αφηγείται ο Γέροντας Δανιήλ Κατουνακιώτης και σύμφωνα με αυτήν η Παναγία έδωσε στον όσιο Μάξιμο τη χάρη να ίπταται! Παραδίδει λοιπόν ο Γέροντας τα ακόλουθα:

«Μας εδιηγούντο οι Γεροντάδες μας ότι ο άγιος Μάξιμος ησκείτο στη Μεγίστη Λαύρα. Παρακαλούσε συνεχώς την Παναγία να του δώσει την »καρδιακή προσευχή». Να τον φωτίσει, δηλαδή, να προσεύχεται με την καρδιακή, τη νοερά προσευχήν. Η Παναγία εισήκουσε τις προσευχές του και του έδωσε την εντολή να πάει στην κορυφή του Άθωνος, λέγοντάς του συγχρόνως: »Έλα κι εκεί θα σου αποκαλύψω το αιτούμενον». Ο πατήρ Μάξιμος μια και δυο πήρε το μπαστουνάκι του και ξεκίνησε. Βάδιζε, βάδιζε ώρες ολόκληρες, έξι, επτά, οκτώ, δέκα ώρες! Με το ένα χέρι κρατούσε το ραβδάκι και με το άλλο τραβούσε το κομποσχοίνι του. Κάποτε έφθασε στην κορυφή. Γονάτισε αμέσως κι άρχισε να προσεύχεται θερμά στην Παναγία μας. Έμεινε γονατιστός προσευχόμενος τρία μερόνυκτα! Κάποια στιγμήν ο Γέροντας αισθάνθηκε μίαν άρρητη ευωδία και συγχρόνως είδε άπλετο φως να τον κατακλύζει. Τον περιέλουσε το άκτιστο φως… Μέσα σ’ αυτές τις συγκλονιστικές συνθήκες εμφανίσθηκε η Παναγία! Ο πατήρ Μάξιμος εκάλυψε με τις παλάμες το πρόσωπό του λέγοντας: »Υπεραγία Θεοτόκε, δεν είμαι άξιος να δω το υπεράγιο Πρόσωπό Σου». Η Παρθένος του μίλησε για λίγο. Ο άγιος του Θεού ένιωσε την καρδιά του να σκιρτά από αγαλλίασιν. Εκείνη, βλέποντας την ταπείνωσή του, του έδωσε το χάρισμα της νοεράς προσευχής κι εξαφανίσθηκε μέσα στη λάμψη στην οποία και είχεν εμφανισθεί. Η Παναγία -εκτός από τη νοερά προσευχή- του έδωσε και άλλη μίαν ιδιαίτερη χάρη, να ίπταται! Μάλιστα, γι’ αυτό τον ονομάζουν το »πτηνόν του Άθω»! Συγκεκριμένα, στους Χαιρετισμούς των Αγιορειτών Αγίων διαβάζουμε: »Χαίροις, Μάξιμε πάτερ, αετέ υψιβάμον»».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ