Το Ευαγγέλιο της Κυριακής του Ζακχαίου (ΙΕ’ Λουκά) και η έμπρακτη μετάνοια

0
241

Η συνάντηση του Ιησού με τον Ζακχαίο, που ήταν αρχιτελώνης, είναι μια θαυμάσια περικοπή που χαρίζει στις καρδιές μας αισιοδοξία για την ψυχική μας σωτηρία. Μας δείχνει το δρόμο που μπορούμε να ακολουθήσουμε για να οδηγηθούμε σε συνάντηση με τον Κύριο και να επικοινωνήσουμε μαζί του. Κι αυτός ο δρόμος δεν είναι άλλος από την οδό της μετανοίας…

Στην περικοπή αυτή λοιπόν ο Ιησούς πορευόταν διαμέσου της Ιεριχούς, μιας πόλης που συμβόλιζε τον κόσμο των ειδώλων και των αμαρτωλών. Παραδίδει λοιπόν ο Λουκάς στο Ευαγγέλιό του:

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, διήρχετο ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν ῾Ιεριχώ· καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗ­τος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ᾿Ιησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μι­κρὸς ἦν. καὶ προδρα­μὼν ἔμπροσ­θεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐ­κείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀ­να­βλέψας ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν αὐ­τὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖ­ναι. καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. καὶ ἰδόν­τες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁ­μαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε κα­τα­λῦσαι. σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑ­παρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐ­συκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴ­κῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν. ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός. (Λουκ. ιθ’ 1-10).

Απόδοση στη νέα ελληνική: Και αφού ο Ιησούς εισήλθε εις την Ιεριχώ, διέβαινε την πόλη. Και ιδού υπήρχε εκεί ένας άνθρωπος, ονόματι Ζακχαίος, και αυτός ήταν αρχιτελώνης και πολύ πλούσιος. Και ζητούσε να δει τον Ιησού, ποιος είναι, και δεν μπορούσε εξαιτίας του πλήθους, διότι αυτός ήταν μικρός κατά το ανάστημα. Και, αφού έτρεξε εμπρός, ανέβηκε σε μια συκομουριά, χωρίς να λογαριάσει τη θέση και την ηλικία του, για να δει τον Ιησού, διότι από τον δρόμο εκείνο θα περνούσε.

Και μόλις έφτασε εκεί ο Ιησούς, σήκωσε το βλέμμα του, τον είδε και του είπε: «Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, διότι σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου». Και ο Ζακχαίος κατέβηκε γρήγορα και τον υποδέχθηκε με μεγάλη χαρά. Και όταν είδαν το γεγονός αυτό, εγόγγυζαν όλοι μεταξύ τους και με αγανάκτηση έλεγαν ότι μπήκε να καταλύσει στο σπίτι αμαρτωλού ανθρώπου. Στάθηκε τότε ο Ζακχαίος εμπρός στον Κύριο και του είπε: «Κύριε, ιδού, τα μισά από τα υπάρχοντά μου τα δίνω στους φτωχούς. Και αν τυχόν, σαν τελώνης που είμαι, αδίκησα με ψευδείς μαρτυρίες κάποιον και εισέπραξα περισσότερα, του τα επιστρέφω τετραπλάσια». Ο Ιησούς βλέποντας την ειλικρινή μετάνοια του Ζακχαίου είπε προς αυτόν: «Σήμερα στο σπίτι αυτό ήλθε σωτηρία εκ μέρους του Θεού, διότι και αυτός ο αρχιτελώνης είναι απόγονος του Αβραάμ. Διότι ο υιός του ανθρώπου ήλθε να αναζητήσει και να σώσει τον αμαρτωλό άνθρωπο, που μοιάζει με το χαμένο πρόβατο».

Βλέπουμε ότι ο Ζακχαίος μετά τη συνάντηση με τον Ιησού δήλωσε ότι θα επανορθώσει για την παλιά, αμαρτωλή ζωή του δίνοντας τη μισή του περιουσία στους φτωχούς και αποδίδοντας στο τετραπλάσιο τα χρήματα που τυχόν άρπαξε με συκοφαντία. Έδειξε δηλαδή έμπρακτη μετάνοια. Και η απόκριση του Ιησού στον μετανιωμένο Ζακχαίο μας ωθεί να αναλογιστούμε με ποιο τρόπο μπορούμε να μετανοήσουμε ειλικρινά και να προχωρήσουμε στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Διαβάζουμε λοιπόν σχετικά στο χριστιανικό περιοδικό «Ο Σωτήρ»:

«Πρὶν ἀπὸ τὴ θεία Κοινωνία, ἀπαιτεῖται εἰδικὴ προετοιμασία. Εἰδάλλως ὄχι μόνο δὲν ὠφελούμαστε ὅταν κοινωνοῦμε, ἀλλὰ διαπράττουμε σοβαρὴ ἁμαρτία, ποὺ ἐπιτιμᾶται ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει στοὺς Κορινθίους ὅτι γι᾿ αὐτὸ ὑπάρχουν πολλοὶ ἄρρωστοι ἀνάμεσά μας καὶ ἀρκετοὶ πεθαίνουν, διότι κοινωνοῦν ἀναξίως (βλ. Α´ Κορ. ια´ [11] 29-30).
Χρειάζεται φόβος Θεοῦ, βαθιὰ εὐλάβεια πρὸς τὸ μέγα Μυστήριο. […] Πρὶν ἀπὸ τὴ θεία Κοινωνία λοιπὸν νὰ ἐξετάζουμε προσεκτικὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ μετανοοῦμε. Νὰ ἐξομολογούμαστε· ἢ ἂν δὲν ἐξομολογηθοῦμε, νὰ ἔχουμε τὴν εὐχὴ τοῦ Πνευματικοῦ μας γιὰ νὰ κοινωνήσουμε. Νὰ συμφιλιωνόμαστε μὲ αὐτοὺς μὲ τοὺς ὁποίους μαλώσαμε. Νὰ νηστεύουμε, νὰ προσευχόμαστε, νὰ ζητοῦμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μαζὶ μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ νὰ καλλιεργοῦμε καὶ τὸν πόθο Του. […]  Ἂς συν­ηθίζουμε νὰ μελετοῦμε τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ πρὶν ἀπὸ κάθε θεία Κοινωνία καὶ ἂς προσερχόμαστε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, μὲ ὅλη μας τὴν εὐγνωμοσύνη, μὲ τὸν ἅγιο πόθο νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του καὶ νὰ πάρουμε δύναμη, ὥστε νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του.

Δὲν ἀρκεῖ ὅμως ἡ ἐπιμελὴς προετοιμασία πρὶν ἀπὸ τὴ θεία Κοινωνία· ἀπαιτεῖται καὶ ἀγώνας μετά, ὥστε νὰ καρποφορήσει ἡ ὕψιστη δωρεά. Νὰ εὐχαριστοῦμε θερμὰ τὸν Κύριο γιὰ τὴν ἐπίσκεψή Του. Γενικὰ ἡ ἡμέρα τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀλλὰ καὶ οἱ ἑπόμενες, ἂς εἶναι ἡμέρες εὐχαριστίας πρὸς τὸν Θεό. Ἂς δείχνουμε ἀκόμη ἔμπρακτα τὴν εὐ­γνωμοσύνη μας. Πῶς; Παίρνοντας ἀποφάσεις, βάζοντας καινούργια ἀρχὴ στὸν ἀγώνα μας. Ἂς ἀγωνιζόμαστε πιὸ ἔντονα ἐναντίον τῶν παθῶν, ἂς ἀφιερώνουμε περισσότερο χρόνο στὴν προσευχή, στὴν πνευματικὴ μελέτη, σὲ ἀγαθοεργίες. Ὁ κοινωνημένος πιστὸς ὑψώνει πολὺ πιὸ εὔκολα τὸ νοῦ του σὲ προσευχή, κατανοεῖ πιὸ βαθιὰ τὰ ἱερὰ νοήματα, ἀσκεῖ πιὸ εὔκολα τὴν ἀρετή· διότι ὅλα αὐτὰ πλέον δὲν τὰ κάνει ὁ ἴδιος, ἀλλὰ ὁ Χρι­στὸς ποὺ εἶναι μέσα του. Ἡ κάθε συμμετοχή μας στὸ ἅγιο Ποτή­ριο εἶναι ὁ πιὸ σημαντικὸς σταθμὸς στὴν πνευματική μας ζωή, ἡ πιὸ δυνατὴ εὐκαιρία γιὰ πνευματικὴ πρόοδο. Δὲν λαμβάνουμε ἁπλῶς θεία Χάρι ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸν Χαριτοδότη, τὴν πηγὴ τοῦ ἁγιασμοῦ μας. Αὐτὸ τὸ γνωρίζει ὁ ἐχθρὸς τῆς ψυχῆς μας καὶ προσπαθεῖ, κάθε φορὰ ποὺ κοι­νωνοῦμε, νὰ μᾶς ταράξει μὲ ποι­­κίλες ἀ­φορμὲς καὶ νὰ μᾶς ρίξει στὴν ἁμαρτία. Ἂς μὴν τοῦ τὸ ἐπιτρέπουμε. Τὸ μποροῦ­με. […] Κοινωνήσαμε τὸν Χριστό. Ἂς φιλοτιμούμαστε νὰ Τὸν ζοῦμε. Μᾶς ἐπισκέφθη­κε ὁ Χριστός. Ἂς Τὸν παρακαλοῦμε νὰ μένει μόνιμα μέσα μας».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ