Η Οικονομική Συμπεριφορά των Εκκλησιών

0
119

Είναι κοινό μυστικό ότι δύσκολα ένα κράτος υπεισέρχεται σε οικονομικά θέματα που αφορούν θρησκευτικές δομές. Αυτό συμβαίνει γιατί αρκετά κράτη είναι σημαντικά πιο “αδύναμα” σε σχέση με τις θρησκευτικές δομές οι οποίες επηρεάζουν συστηματικά και μακροχρόνια τους πληθυσμούς με τρόπο που άπτεται βαθέων συναισθηματικών, πνευματικών και κοινωνικών εκφράσεων. Συνεπώς, το κράτος, έχοντας μόνο μια “επίγεια” και περιορισμένη μορφή εξουσίας άλλοτε δε θέλει κι άλλοτε δε μπορεί να ελέγξει, να επιτηρήσει και να οριοθετήσει τις οικονομικές δραστηριότητες των θρησκευτικών δομών. Η παραοικονομία και η υπόγεια δοσοληψία είναι δεδομένη, η φορολογία είναι αστείο και ο τρόπος διανομής και απόκτησης κεφαλαίων πλήρως ανεξέλεγκτος. Παρά τους κανόνες που διέπουν την εσωτερική οικονομική λειτουργία των θρησκευτικών δομών, η διαχείριση των οικονομικών γίνεται με ιδιαίτερα περίεργους τρόπους, δύσκολα ανιχνεύσιμους και αρκετά διαφορετικούς, έτσι ώστε να καθίσταται σχεδόν αδύνατη η κατανόησή τους ακόμα κι από ειδικούς.

Εκκλησίες και Ιερές Μονές, Εκκλησιαστικές Αρχές, Πατριαρχεία αλλά και ένα πλήθος παράπλευρων οργανώσεων, εταιρειών και συλλόγων δύσκολα ελέγχονται οικονομικά και ακόμα δυσκολότερα διαθέτουν την απαιτούμενη διαφάνεια στην οικονομική τους λειτουργία. Μέσα σε ένα χαοτικό περιβάλλον οικονομικών δοσοληψιών με τις ιδιαιτερότητες των θρησκευτικών δομών, ακόμα κι αν το κράτος είχε τη βούληση να κατανοήσει τι συμβαίνει θα έπαιρνε χρόνια να διαμορφώσει κανόνες λειτουργίας. Άλλωστε ακόμα και τα πλέον ισχυρά θεοκρατικά καθεστώτα στη διάρκεια της ιστορίας αλλά και σήμερα, δεν έχουν καμία απολύτως συμμετοχή στα οικονομικά των θρησκευτικών δομών ή έχουν όση οι δομές αυτές επιθυμούν. Η μόνη περίπτωση επεμβάσεως κρατικών φορέων ήταν και είναι στην περίπτωση αλλόδοξων και ενδεχομένως αντιθέτων δογμάτων.

Στη σύγχρονη ιστορία έχουμε παραδείγματα που η εμπλοκή κρατικών φορέων σε οικονομικά θέματα υπήρξε καταλύτης εξελίξεων όταν έγινε βάσει σχεδίου και με τη συμμετοχή φορέων πιο σημαντικών από τους ίδιους τους κρατικούς φορείς. Ένα τέτοιο τρανταχτό παράδειγμα υπήρξε η σχεδιασμένη και άριστα εκτελεσμένη επιχείρηση της πτώσης του Πατριάρχη Ιεροσολύμων, Ειρηναίου, το 2005. Στην περίπτωση εκείνη, το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών με δική του πρωτοβουλία και όντας μέρος ενός γενικότερου σχεδίου με τη συμμετοχή φορέων από τη Μέση Ανατολή, τις ΗΠΑ και εκκλησιαστικών αρχών όπως το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Εκκλησία της Ελλάδος, απαίτησε διαχειριστικό οικονομικό έλεγχο του Πατριαρχείου. Ο Έλληνας λογιστής Νίκος Παπαδήμας, ο οποίος διαχειριζόταν αρκετές από τις προμήθειες και τις οικονομικές συμφωνίες του Πατριαρχείου, βρέθηκε έκθετος και η ευθύνη πέρασε στον Πατριάρχη Ειρηναίο ο οποίος εκών – άκων δεν είχε σαφή εικόνα της όλης κατάστασης η οποία οδήγησε με πραξικοπηματικό τρόπο στην ανατροπή του. Η τότε Υπουργός Εξωτερικών, Ντόρα Μπακογιάννη και οι δύο Υφυπουργοί, Κασσίμης και Σκανδαλάκης, με συνεχή ταξίδια και επαφές σε διεθνές επίπεδο πέτυχαν την ανατροπή αλλά πιθανώς και κάποια οικονομική συμφωνία με άγνωστους φορείς, οργανισμούς ή ακόμα και θρησκευτικές δομές. Και πάλι όμως το κράτος δε θα ήταν αρκετό από μόνο του να φέρει εις πέρας μια τέτοια αποστολή. Από την άλλη πλευρά, η σημερινή κατάσταση του Πατριαρχείου δεν είναι καλύτερη, αφού οι οικονομικές συναλλαγές συνεχίζουν να γίνονται με αδιαφανή τρόπο, η Αγιοταφική Αδελφότητα έχει σημαντικά οικονομικά θέματα και οι διαχειριστικοί φορείς κινητής και ακίνητης περιουσίας θα δυσκολεύονταν πολύ να δώσουν εικόνα αν γινόταν ένας αντίστοιχος διαχειριστικός έλεγχος όπως ο προηγούμενος, από τη παρούσα Ελληνική κυβέρνηση.

Το δυναμικότερο και μεγαλύτερο αυτή τη στιγμή ορθόδοξο Πατριαρχείο, εκείνο της Μόσχας, αποτελεί κράτος εν κράτει στη σύγχρονη Ρωσία με δικό του αυτοτελές σύστημα οικονομικής διαχείρισης και έναν προϋπολογισμό που υπερβαίνει κατά πολύ προϋπολογισμούς ολοκλήρων κρατών, όπως ας πούμε της γειτονικής Πολωνίας. Εκεί βέβαια το κράτος αναγνωρίζει τη δύναμη του πατριαρχείου και συνεργάζεται αγαστά μαζί του ακόμα και σε θέματα οικονομικής πολιτικής, αφού ουκ ολίγες φορές το Πατριαρχείο βοήθησε τη Ρωσική Οικονομία και σε περιόδους κρίσης (Κριμαία) έπαιξε σπουδαίο ρόλο τόσο πολιτικά και διπλωματικά όσο και οικονομικά.

Αλλά και σε εξαιρετικά προηγμένες οικονομικά και φορολογικά χώρες, όπως οι ΗΠΑ, είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι απίθανο να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος σε οικονομικά στοιχεία θρησκευτικών δομών. Εδώ είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Εκκλησίας της Σαϊντελογίας, μιας κοινότητας με έντονο θρησκευτικό στοιχείο, στην οποία αφελείς ή και υποψιασμένοι συνήθως ευκατάστατοι άνθρωποι δωρίζουν τις περιουσίες τους με τρόπο που το κράτος να μη μπορεί να ελέγξει και κυρίως με νομικές διαδικασίες που είναι απόλυτα νόμιμες, ούτε καν νομότυπες. Η κοινότητα αυτή, λειτουργώντας καταπληκτικά στα θέματα προσηλυτισμού αφού στόχευσε μεγάλες προσωπικότητες στο χώρο του θεάματος, με μια διδασκαλία που εμπλέκει το σύμπαν και τους εξωγήινους, έχει μια τρομακτική πλέον οικονομική δύναμη σε διεθνές επίπεδο, απόλυτα μη ελεγχόμενη. Συγκριτικά λοιπόν, θρησκευτικές δομές που λειτουργούν για αιώνες, όπως οι Ευαγγελιστές στις ΗΠΑ (με σημαντικούς εκπροσώπους την οικογένεια Μπούς), είναι δεδομένο πως δεν είναι εφικτό ούτε να ελεγχθούν αλλά ούτε να παρακολουθηθούν σε οικονομικά ζητήματα.

Το συμπέρασμα από το παραπάνω κείμενο είναι πως η κρατικές δομές μόνο ως μοχλοί σχεδίων άλλων δομών μπορούν να έχουν πρόσβαση σε οικονομικά ζητήματα που αφορούν θρησκευτικές δομές. Κατά συνέπεια, οι θρησκευτικές δομές από μόνες τους οφείλουν, στους πιστούς τους αλλά και στις διδασκαλίες τους κυρίως, να έχουν μια χρηστή και συνεπή οικονομική διαχείριση. Οι ορθόδοξες εκκλησίες έχουν ένα λόγο παραπάνω: Παράγουν ουσιαστικό κοινωνικό και πνευματικό έργο και οι πιστοί τους έχουν βαθύτατο θρησκευτικό συναίσθημα και σπουδαία έφεση στην αλληλεγγύη ανεξάρτητα από φυλή, δόγμα, χρώμα ή θέση των ανθρώπων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ