Γιατί τρώμε λαγάνα την Καθαρά Δευτέρα;

0
63

Ανάμεσα στα σαρακοστιανά εδέσματα κυρίαρχο ρόλο στο τραπέζι της Καθαράς Δευτέρας παίζει η λαγάνα. Φτιάχνεται με παραδοσιακό τρόπο, χωρίς προζύμι, και σηματοδοτεί την έναρξη της νηστείας της Μεγάλης Σαρακοστής. Ποια είναι ωστόσο η ιστορία της πεντανόστιμης λαγάνας; Και, κυρίως, τι συμβολίζει;

 

Η ιστορία της λαγάνας διατρέχει όλη τη διατροφική παράδοση από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Το όνομά της προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό «λάγανον», μια πλακωτή ζύμη από αλεύρι και νερό.

Ο Αριστοφάνης στις «Εκκλησιάζουσες» λέει «λαγάνα πέττεται», δηλαδή «γίνονται λαγάνες», ενώ ο κορυφαίος Ρωμαίος λυρικός ποιητής Οράτιος στα κείμενά του αναφέρει τη λαγάνα ως «το γλύκισμα των φτωχών».

Αυτός ο άζυμος άρτος παραπέμπει και στον πρόχειρο άρτο που χρησιμοποίησαν οι  Ισραηλίτες κατά τη νύχτα της Εξόδου τους από την Αίγυπτο και την απελευθέρωση από τη δουλεία υπό την αρχηγία του Μωυσή. Έκτοτε επιβαλλόταν από τον Μωσαϊκό Νόμο για όλες τις ημέρες της εορτής του Πάσχα, μέχρι που ο Χριστός στο τελευταίο του Πάσχα ευλόγησε τον ένζυμο άρτο.

Το έθιμο της λαγάνας παρέμεινε αναλλοίωτο ανά τους αιώνες και συνηθίζεται να παρασκευάζεται με μεράκι από τον αρτοποιό της γειτονιάς, τραγανή λαχταριστή και σουσαμένια και καταναλώνεται κατά την Καθαρά Δευτέρα, την Πρωτονήστιμη Δευτέρα της Σαρακοστής. Μια μέρα που κατά το συνήθειο εξέρχονταν όλοι οικογενειακώς στην ύπαιθρο και έστρωναν κάτω στη γη και έτρωγαν λαγάνα και νηστίσιμα φαγητά, χαλβά, ελιές, ταραμά.

Από την Καθαρά Δευτέρα προετοιμάζεται ο άνθρωπος μετά τις εορτές και την καλοφαγία των Απόκρεων, να καθαρίσει την ψυχή και το σώμα του για να φτάσει στο τέρμα δηλ. στο Πάσχα και να αναστηθεί ξανά με την Ανάσταση του Κυρίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λαγάνα που έχει το σχή­μα της «κυρα-Σαρακοστής», που παριστάνει μια ψηλή γυναίκα με ένα σταυρό στο κεφάλι, που δεν έχει στόμα γιατί είναι όλο νηστεία. Τα χέρια της είναι σταυρωμένα για τις προσευχές και έχει επτά πόδια που συμβολίζουν τις επτά εβδομάδες της νηστείας. Έθιμο που συνηθιζόταν για να μετρούν το χρόνο κατά την περίοδο της Σαρακοστής ήταν κάθε Σάββατο να κόβουν το ένα πόδι και το τελευταίο το έκοβαν το Μεγάλο Σάββατο και το έκρυβαν σε ένα ξερό σύκο ή σε ένα καρύδι και όποιος το έβρισκε ήταν ο τυχερός της επόμενης χρονιάς.

Οι αρτοποιοί της γειτονιάς, πιστοί στις παραδόσεις μας, παρασκευάζουν την Καθαρά Δευτέρα τη λαγάνα συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση του εθίμου, ώστε οι νέες γενεές να έχουν την ευκαιρία να ακούσουν, να μυρίσουν και να γευθούν τη Σαρακοστή – γιατί οι σαρακοστιανές μυρωδιές είναι έμμεσοι φορείς μιας βαθιάς πνευματικότητας.

Πηγή: Μαρία Γκιουδφέση, Βοϊακή Γη, Μάρτιος-Απρίλιος 2003, τεύχος αριθ.182

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ