Βεροίας Παντελεήμων: Να μην διστάζουμε να υποστηρίξουμε την Εκκλησία όταν κατηγορείται από άπιστους και άθεους

0
32
ΒΕΡΟΙΑΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ

Ο Μητροπολίτης Βεροίας Παντελεήμων κάλεσε τους πιστούς να μην αγαπούν τον Κύριο μόνο με τα λόγια αλλά να τον υπερασπίζονται και να αποδεικνύουν στην πράξη την πίστη τους.

Ο Σεβασμιώτατος σημείωσε πως δυστυχώς πολλές φορές λέμε πως έχουμε πίστη αλλά όταν πρέπει να την αποδείξουμε τότε δειλιάζουμε.

Σε μια αναφορά με σαφή προσανατολισμό και σε όσα γίνονται τις τελευταίες ημέρες όπου βάλλεται η Ορθοδοξία ο Σεβασμιώτατος τόνισε πως δεν είναι σωστό να ντρεπόμαστε να ομολογήσουμε την πίστη μας, να παραδεχτούμε πως είμαστε ζωντανά μέλη της Εκκλησίας του Χριστού.

Πρέπει να υποστηρίζουμε την Εκκλησία μας όταν την κατηγορούν άνθρωποι άπιστοι, άνθρωποι άθεοι, τόνισε.

Δείτε όλα όσα είπε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας,Ναούσης και Καμπανίας κ.Παντελεήμων:

«Σήμερον ἡ τετραυγής τῶν μαρ­τύρων συνέλευσις τήν Ἐκκλησίαν λαμπρύνει», ψάλλει σήμερα, ἀδελ­φοί μου, ἡ Ἐκκλησία μας πρός τι­μήν τῶν ἑορταζομένων ἁγίων της, τῆς ἁγίας ὁσιομάρτυρος Ἱερου­σα­λήμ καί τῶν τέκνων της, τῶν τρι­ῶν ἁγίων μαρτύρων Σεκένδου, Σε­κενδίκου καί Κηγόρου.

Τέσσερις ἅγιοι μάρτυρες πού ἁ­γι­ά­­ζουν τόν τόπο μας καί ἀπο­δει­κνύουν ὅτι ἡ ἁγιότητα δέν εἶναι προνόμιο ὁρισμένων καί λίγων μό­νο ἀνθρώπων, ἀλλά ὅλων τῶν πιστῶν.

Γιατί ποιοί ἦταν, ἀδελφοί μου, οἱ ἅγιοι πού ἑορτάζουμε; Μιά νέα γυ­ναίκα ἦταν ἡ ἁγία Ἱερου­σαλήμ, ἡ ὁποία ἔχασε νωρίς τόν σύζυγό της, καί ἔμεινε μέ τά τρία μικρά παιδιά της. Ὅμως τό λυπη­ρό αὐτό γεγο­νός στή ζωή της δέν στάθηκε ἐμπόδιο, ἀλλά μᾶλλον ἐφαλτήριο γιά νά πραγματοποιή­σει τόν πόθο πού ἔχει ἀπό τή νεα­νι­­­κή της ἡλι­κία, νά ἀφιερωθεῖ στόν Χριστό.

Καί ἐάν τότε, ὑπακούοντας στή θέ­ληση τῶν γονέων της, νυμφεύ­θηκε καί ἔγινε μητέρα τριῶν παι­διῶν, τώρα, μετά τόν θάνατο τοῦ συζύγου της, δέν ὑπῆρχε τί­πο­τε πού νά τήν ἐμποδίζει νά πραγμα­το­ποιήσει τήν ἱερή της ἐπιθυμία.

Ὡς μοναχή ἀφιερώθηκε στόν Χρι­­στό καί στό κήρυγμα τοῦ εὐαγ­γε­λίου του. Καί θά ἀρκοῦσε αὐτή ἡ προσφορά της στόν Χριστό γιά νά τήν ἀξιώσει τῆς αἰωνίου βασι­λείας του. Ὅμως ὁ Θεός τῆς ἐπε­φύ­λαξε μεγαλύτερη τιμή καί με­γα­λύτερο στέφανο.

Τῆς ἐπεφύλα­ξε τήν τιμή καί τό στέ­φα­νο τοῦ μαρτυρίου, καθώς τό κή­ρυγ­μά της προκάλεσε τήν ἀντί­δρα­­ση καί τόν φθόνο τῶν εἰ­δωλολατρῶν, οἱ ὁ­ποῖοι τήν κατήγγειλαν στόν Ρω­μαῖο διοικητή τῆς Θεσσαλονίκης, πού διέταξε τήν παραδειγματική τι­­μωρία τόσο τῆς ἴδιας τῆς ἁγίας Ἱερουσαλήμ ὅσο καί τῶν τριῶν παι­­διῶν της.

Τό δικό της μαρτύριο, θά μπο­ροῦ­­­σε νά πεῖ κανείς ὅτι ἦταν δι­πλό, γιατί πρίν νά μαρτυρήσει ἡ ἴδια γιά τόν Χριστό, εἶδε τά τρία της παιδιά νά μαρτυροῦν γιά τήν πίστη καί τήν ἀγάπη του.

Αὐ­τό ὅμως πού γιά κάθε ἄλλη μη­τέρα θά ἦταν ὀδυνηρό, γιά τήν ἁγία Ἱερου­σαλήμ ἦταν ἀφορμή χα­ρᾶς καί δο­ξολογίας τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο γιατί ὁ Θεός τῆς χάρισε τρία παι­διά ἀλλά γιατί, παρά τό νεαρό τῆς ἡλικίας τους, ἀξιώθηκε νά τά δεῖ νά ὁμολογοῦν θαρραλέα τήν πί­στη τους στόν Χριστό καί νά ὑπο­μέ­νουν μέ γενναιότητα καί καρ­­τε­ρία τό μαρτύριο γιά τήν ἀγά­πη του.

Καί αὐτή ἀκριβῶς ἡ ὁμολογία καί τό μαρτύριο τῶν τριῶν τέκνων τῆς ἁγίας Ἱερουσαλήμ, τῶν ἁγίων Σεκένδου, Σεκενδίκου καί Κηγό­ρου, εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι δέν ἀπαι­τοῦνται γνώσεις καί ἡλικία γιά νά ὁμολογήσει κανείς τόν Χρι­στό. Ἀρκεῖ ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη σ᾽ Αὐτόν. Ἀρκεῖ ἡ διάθεση νά μεί­νει κανείς «πιστός ἄχρι θανάτου», γιά νά λάβει τόν στέφανο πού ὑπό­σχε­ται ὁ Χριστός στούς ἐκλε­κτούς του.

Καί αὐτή τή διάθεση πού ἀπέ­δει­ξαν ὅτι εἶχαν οἱ τρεῖς νεαροί μάρ­τυρες ἀλλά καί ἡ μητέρα τους, ἡ ἁγία Ἱερουσαλήμ, καλούμεθα καί ἐμεῖς νά ἀποκτήσουμε, ἀδελφοί μου, ἀκολουθώντας τό παράδειγ­μα τῶν ἑορταζομένων ἁγίων.

Διότι πολλές φορές νομίζουμε ὅτι ἔχουμε πίστη, νομίζουμε ὅτι ἔχουμε ἀγάπη πρός τόν Χριστό, ἀλλά ὅταν καλούμεθα νά ἀποδεί­ξουμε αὐτή τήν πίστη καί αὐτή τήν ἀγάπη, ὄχι μέ τό μαρτύριο, ὄχι μέ τή θυσία τῆς ζωῆς μας, ὅπως ἔκανε ἡ ἁγία ὁσιομάρτυς Ἱερουσα­λήμ καί τά παιδιά της, ἀλλά στήν καθημερινή μας ζωή, τότε δειλιά­ζου­με, τότε φοβόμαστε γιά τή γνώ­μη τοῦ κόσμου, ντρεπόμαστε νά ὁμο­λο­γήσουμε τήν πίστη μας, νά πα­ραδεχθοῦμε ὅτι εἴμαστε ζω­ντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, διστάζουμε νά ὑποστη­ρί­ξουμε τήν Ἐκκλησία, ὅταν κατη­γο­ρεῖται ἀπό ἀνθρώπους ἀπίστους καί ἀθέους, ἀποφεύγουμε νά ποῦ­με ὅτι ἐκκλη­σια­ζόμαστε, ὅτι νη­στεύουμε, ὅτι ἔχου­με μυστηριακή ζωή.

Καί ἔτσι, ἀδελφοί μου, ἀρ­νού­μεθα μέ τίς πράξεις μας τόν Χριστό ἀντί νά τόν ὁμολογοῦμε. Δείχνουμε ὅτι τόν ἀγαποῦμε μόνο «τοῖς χείλεσι», στά λόγια, ἀλλά στήν πραγματικό­τη­τα «ἡ καρδία μας πόρρω ἀπέ­χει», ἡ καρδιά μας βρίσκεται μα­κριά του, γιατί ἄν βρισκόταν κο­ντά στόν Χριστό, ἄν τόν ἀγαπού­σα­με πραγματικά, τότε δέν θά θέ­λα­με καί δέν θά μπο­ρού­σαμε νά μήν μείνουμε «ἑδραῖοι καί ἀμε­τα­κίνητοι» στήν πίστη καί τήν ἀγά­πη μας πρός Αὐτόν.

Καί ὅταν ἔχουμε, ἀδελφοί μου, τή διάθεση νά ὁμολογήσουμε τήν πί­στη μας στόν Χριστό, τότε καί ὁ Χρι­­στός μᾶς φωτίζει τί πρέπει νά ποῦμε, κατά τήν ὑπόσχεσή του ὅτι θά μᾶς δώσει «στόμα καί σοφίαν», ὥστε «οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν πάν­τες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν».

Καί αὐτή μας ἡ ὁμολογία ἀπο­τε­λεῖ τή σφραγίδα γνησιότητος τῆς πί­στεως καί τῆς ἀγάπης στόν Χρι­στό, γι᾽ αὐτό καί ἀνοί­γει τίς πύλες τοῦ οὐρανοῦ, ἐφόσον ὁ ἴδι­ος ὁ Χρι­στός μᾶς δια­βεβαιώνει ὅτι ὅ­ποιος τόν ὁμολογήσει ἐνώ­πιον τῶν ἀνθρώπων, θά τόν ὁμο­λογή­σει καί Ἐκεῖνος ἐνώπιον τοῦ Πα­τρός του τοῦ ἐν οὐρανοῖς, καθι­στώ­ντας ἔτσι τήν ὁμολογία τῆς πί­στεως τόν πιό εὐθύ δρόμο γιά τή βα­σιλεία τῶν οὐρανῶν.

Ἄς ἀξιοποιήσουμε, λοιπόν, ἀδελ­φοί μου, καί ἐμεῖς τόν δρόμο αὐτό τῆς ὁμολογίας, καί εὔχομαι μέ τίς πρεσβεῖες τῆς ἁγίας ὁσιομάρτυρος Ἱερουσα­λήμ καί τῶν τέκνων αὐ­τῆς, ἁγίων Σε­κένδου, Σεκενδίκου καί Κηγό­ρου, νά ἀξιώσει καί ἐμᾶς ὁ Χριστός τῆς βασιλείας του».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ